Deprecated: Non-static method JApplicationSite::getMenu() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /www/web/veriahistory_gr/templates/gk_cloudhost/lib/framework/helper.layout.php on line 149

Deprecated: Non-static method JApplicationCms::getMenu() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /www/web/veriahistory_gr/libraries/cms/application/site.php on line 266
Μανώλης Ξυνάδας

Μανώλης Ξυνάδας

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου - Η Σταύρωση μέσα από το Αναγνωστικό της Στ΄ Δημοτικού (1943)

Συνεκινήθη και συνετρίβη κάθε χριστιανική καρδιά χθες το βράδυ εις τάς εκκλησίας. Και αυτοί ακόμη οι ψυχροί και αδιάφοροι εσύρθησαν έως εκεί από κάποιαν μυστηριώδη δύναμιν. «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ό εν ύδασι την γην κρεμάσας!»

Ο ιερεύς κρατεί τον Εσταυρωμένον εις τας χείρας του, απαγγέλλει τούς συγκινητικούς ύμνους και κλαίει από συγκίνησιν. Δάσος ολόκληρον χριστιανικών χειρών εκινήθησαν, δια να κάμουν το σημείον του σταυρού και χι­λιάδες οφθαλμών έβούρκωσαν.

Μέσα εις την γενικήν συγκίνησιν, τα μυρωμένα σύννεφα τού μοσχολιβάνου, ό ίερεύς προχωρεί βραδέως.
«Στέφανον εξ άκανθών περιτίθεται ο των αγγέλων βασιλεύς...»

Οι χριστιανοί με την φαντασίαν των έρχονται εις την Ιερουσαλήμ και παρακολουθούν το δράμα των Παθών. Φθάνουν εις το Πραιτώριον και βλέπουν τον Χρίστον εις το λιθόστρωτον ενδεδυμένον την κοκκίνην χλαμύδα, στεφανωμένον με τον ακάνθινον στέφανον και διάβροχο ν από τον ιδρώτα της αγωνίας.

Τον βλέπουν εξηντλημένον από την ολονύχτιον δίκην ενώπιον τοΰ Συνεδρίου εις την αυλήν του Καϊάφα. Τόν βλέπουν να δέχεται τούς εμπτυσμούς και τούς κολαφισμούς του εξηγριωμένου όχλου.
’Ώ! πώς φωνάζει αυτός ό λαός! Οι χριστιανοί θέλουν να τούς παρακαλέσουν να μη φέρωνται με τόσην σκληρότητα προς τον Χριστόν. Θέλουν να υπενθυμίσουν τάς απείρους ευεργεσίας του και την θείαν διδασκαλίαν του. Αλλ’ αυτοί φωνάζουν προς τον Πιλάτον: -Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν!

Και ό Πιλάτος νίπτει τας χείρας του με υποκρισίαν και παραδίδει εις αυτούς τον Χριστόν, δια να τον σταυρώσουν. Φορτώνουν εις τούς ώμους του τον σταυρόν και με ύβρεις και εμπτυσμούς τον οδηγούν εις τον Γολγοθαν. Και καρφώνουν τας χείρας του και τούς πόδας του επί του Σταυρού. Άφωνος υπομένει τα πάντα ο Κύριος και από πλημμύραν αγάπης προς τους σταυρωτάς του αναφωνεί: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι!»

stavrosi

Μαζί με τον Ιησούν εσταυρώθησαν και δύο λησταί. Ό υιός του Θεού εν μέσω δύο ανόμων! Ό εις έχει την κακίαν του όχλου και υβρίζει τον Κύριον μαζί με τούς στρατιώτας των Ρωμαίων και τους υπηρέτας των Φαρισαίων. Ευτυχώς ό άλλος μαζί με τον ιδικόν του πόνον έχει και τον πόνον του Χριστού. Και σκέπτεται: «Τί έκαμεν ό καλός αυτός άνθρωπος και τον εσταύρωσαν; Από το στόμα του μό­νον γλυκείς λόγοι εξήλθον. Κακόν εις κανένα δεν έκαμεν. Ευεργεσίας μόνον εσκόρπισε γύρω του.» Και επιπλήττει τον άλλον ληστήν λέγων: «Και ημείς μέν δίκαια πάσχομεν αυτός δε τί κακόν εποίησε;»- «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.» Και ο Χριστός του ήνοιξεν αμέσως τον Παράδεισον.

Όταν αναγινώσκεται το Ευαγγέλιον και ακούεται ο λόγος αυτός του ληστού, χιλιάδες χειλέων τον επαναλαμβάνουν.

«Λόγχη εκεντήθη ο υιός της Παρθένου.» Και νεκρός πλέον έπι του Σταυρού βασανίζεται. Αλλ’ από τον θάνατον Εκείνου ανέβλυσε πηγή ζωής αιωνίας. Από την πηγήν αι πληγωμέναι καρδίαι λαμβάνουν τα αληθινά φάρμακα, δια να θεραπευθούν. Με αυτά οι νεκροί ανίστανται και οι αμαρτωλοί εισέρχονται εις τον Παράδεισον.

Ποιός λοιπόν από τους Χριστιανούς δεν θα γονατίση ενώπιον του Εσταυρωμένου και δεν θα αναφωνήση με λαχτάραν: «Προσκυνούμεν Σου τα Πάθη, Χριστέ! Δείξον ημίν και την ένδοξον Σου Ανάστασιν!

Διαβάστε περισσότερα...

Μια Μιγάλ(η) Παρασκιβή - Βούλα Χατζίκου

Ξημέρουσιν Βαϊός κ’η κυρά Φουτέν(η) διέν είχιν βγάλ(ει) ακόμα τουν Ιπιτάφιου απ’ του μάγκανου. Χρόνουν κιρόν τουν κιντούσιν κι πού να μπιτίσ(ει)... Του Σαββατόβραδου τουν έβγαλιν απ’ του στιλβί κι τώρα τουν καμάρουνιν που στραφτουκουπούσιν...
Άλλαξιν να πάν(ει) στ’ν ικκλησιά να πάρ(ει) βάϊα κι διέν τ’ φεύγουνταν... Πάϊνιν γυρνούσιν στου τζιαμακιάν(ι), τηρούσιν τουν ιπιτάφιου, τουν καμάρουνιν κι παραμιρνούσιν τα μούτσιανα που πάϊναν να τουν φκιάσουν «μα», για να μην τουν λιρώσουν μι τα χειρούδια τα. Άρξιν να πάν(ει) στ’ν ικκλησιά. Όσου πρόφτασιν «του πιδί στ’ μέσ(η)». Αυτό ίλιγιν... «Η υπερέχουσα πάντα νουν, φρουρήσει τας καρδίας υμών, και τα νοήματα υμών εν Χριστώ Ιησού»... Οι γνιαίκις άμα άκσαν... «εν Χριστώ Ιησού»... σταυρουκουπήθκαν κι του πιδί χίρσιν να λιέει πάρα κάτ’... «Το λοιπόν αδελφοίοίοίοί...». Άμα μπίτσιν η «Απόστουλους», σταυρουκουπήθκιν η κυρά Φουτέν(η) κ’η νου τ’ς πήγιν πάλι στουν Ιπιτάφιου... Ήταν η πρώτ(η) κιντήστρα μέσ’ τ’ Βεργιά... Όλις οι καλές οι προίκις απ’ τα χέργια τ’ς πέρασαν... Κι αν διέν κέντσιν χρυσές βρακουζούνις... ζνάρια μι χρυσή ιτρά... τζιβρέδις... μπάντις... μαξιλαρουθήκις... Τώρα τ’ν αξίουσιν η Θος να κιντήσ(ει) κι Ιπιτάφιου...

Λίγου ν’ τόκς;... Ως του βράδ(υ) μι τι αυτόν πιδεύουνταν. Δα τουν μπίτζιν αρχήτιρα, καλά μα χασουμέρσιν μι τ’ς λαζαρίνις που πλαλούσαν απού μαχαλάν σι μαχαλάν κι χόριβαν... Ήθιλιν να φκιάσ(ει) κι αυτήν η καημέν(η) σιργιάν(ι)... Μέρα νύχτα είχιν βγάλ(ει) τα μάτχια τ’ς μι του βιλόν(ι)... Η σειρά τ’ς διέν ήταν για να ξινουδλιεύ(ει). Ήταν Κουτούλα νταμάρ(ι)... πρώτου σόι... καλά μα ξέπισαν πουλύ κι δουξασμένου τ’ όνουμα τ’, είχιν μάθ(ει) να κιντάει απ’τ’ θειά τ’ς τ’ Λισάβου που τ’ν πήριν για κουρίτσ(ι) κι να λιγουστεύουν τα στόματα που είχιν να τάϊσ(ει) η πατέρας τ’ς...

Αυτά συλλουϊούνταν η κυρά Φουτέν(η) όταν άκσιν τουν παπα Δημήτρη να λιέει «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο Βασιλεύς του Ισραήλ...». Σταυρουκουπήθκιν κι συλλουΐσκιν πως είνι, αμαρτία να έχ(ει) αλλού του νου τ’ς τ’ν ώρα που η αφιέντ’ς δγιάβαζιν του Βαγγέλιου... Στ’ν απόλτσ(η) πήγιν να πάρ(ει) αντίδιρου κ’η παπα Δημήτρης τ’ ρώτσιν αν μπίτσιν τουν Ιπιτάφιου. Τουν μπίτσα αφιέντ(η), τουν μπίτσα τουν είπιν... Η αφιέντ’ς ουμιλούσιν μι τ’ν κυρά τ’ Φουτέν(η), καλά μα δε χασουμιρνούσιν... μοίραζιν τ’ αντίδιρου στ’ς γνιαίκις κι τ’ς ίλιγιν «σ’ έτη πουλλά»...

 Όσις φουρές αντάμουναν οι πιτρόπ(οι) απ’τουν Αγιάνν(η) μάλουναν. Είχαν παρ(ει) αποφασ(η) να φκιάσουν κινούργιουν Ιπιτάφιου, γιατί αυτόν που είχαν ήταν απού χαρτί κι διέν τ’ς άρζιν... Τόσ(οι) αρχουντάδις ήταν στ’ν Ινουρία, μπουρούσαν να είχαν καλύτιρουν... Γιαυτό μάζουξαν παράδις απού όλουν του μαχαλά κι απ’ τ’ς πλούσιοι κι απ’ τ’ς φτουχοί... Καλά μα δγυό απ τς τρανίτιρ(οι) τ’ς αρχουντάδις που ήταν κι πιτρόπ(οι), η Κατνάς, που τουν ίλιγαν έτσ(ι) γιατί έφκιανιν τ’ς κατίνις, κ’ η Παπανιός, διέν ούτζαν. Η Κατνάς ίλιγιν ν’ αγουράσουν Ιπιτάφιου απού πιτσί, σαν αυτόν που είχιν η Αγιαντώνιους... Η Παπανιός πάλι ίλίγιν να φκιάσουν κιντητόν... δα ήταν καλύτερους. Ούτι ου ένας ούτι ου άλλους ίλιγιν να τα βάλουν κάτ’. Τότι θύμουσιν η παπα Δημήτρης κι τ’ς είπιν: Έτσί όπως φκιάντι, δα ρθεί η Πασκαλιά κι δα είμιστι μι τουν χαρτένιου... Ιγώ δα πω τι δα φκιάσουμι... καλά μα δε δα μι πείτι όχ(ι).

Καλά αφιέντ(η) τουν είπαν κιά οι δγυό, ισύ ξιέρ’ς... Συλλουΐσκιν... ξανασυλλουΐσκιν η παπα Δημήτρης... διέν ήθιλιν να χαλάσ(ει) κανιένα χατήρ(ι), γιατί κ’ η Κατνάς κ’ η Παπανιός ήταν μνυαλουμέν(οι) ανθρώπ(οι). Να μη τ’ς βάλ(ει) τώρα η διάτανους κι μαλώσουν. Γύρσιν στουν Κατνά κι τουν είπιν: Ισύ έκ’ς δίκιου... η πιτσένιους η Ιπιτάφιους δα είνι γιρότιρους κι δα βαστήξ(ει) χρόνια κι ζαμάνια... καλά μα πότι δα τουν παραγγείλουμι στ’ Ρουσία, που τουν είχιν παραγγείλ(ει) κ’ η Αγιαντώνιους κι πότι δα μας τουν στείλουν... Δα πιράσ(ει) η Πασκαλιά... Για τιαυτό λιέου να παραγγείλουμι κιντητόν, όπους λιέει η Παπανιός. Τ’ν άλλ(η) τ’ μέρα, η παπα Δημήτρης, η Κατνάς κ’ η Παπανιός, πήγαν στου μπαζαργιάνκου ν’ αγουράσουν κόκκινου ατλάζ(ι), χρυσή ιτρά κι μπόλκου μιτάξ(ι) κι τα πήγαν στ’ν κυρά τ’ Φουτέν(η)... Καλά μα διέν είχαν ουρνιέκ(ι) κι μι χουρίς ουρνιέκ(ι) διέν κιντιούνταν. Τότι τ’ς είπιν η αφιέντ’ς να πάν’ στ’ Σαλουνίκ(η) ν’αγουράσουν ουρνιέκ(ι)...

Σαν τρύπουσιν η κυρά Φουτέν(η) του ατλάζ(ι) στου μάγγανου διέ σήκουσιν κιφάλ(ι)... Κάθι βράδ(υ) στίλβουνιν του κουμμάτ(ι) που κιντούσιν. Κέντσιν του κουρμί κι τα γράμματα μι χρυσή ιτρά κ’ είπιν πως δα φάνταζιν καλύτιρα η φουτουστέφανους αν τουν κιντούσιν μι μαργαρτάρια. Τότις όλις οι αρχόντσις έδουσαν τα χουντρότιρα τα μαργαρτάρια που είχαν... κι όταν μπίτσιν η Ιπιτάφιους η κυρά Φουτέν(η) δεν πίστφιν στα μάτχια τ’ς, πως βγήκιν απ’ τα χέργι,α τ’ς τέτχοιου θάμα...Του ταχύ καβαλίκιψαν τ’ άλουγα η Κατνάς κ’ η Παπανιός κι όταν, μι του καλό, έφτασαν στ’ Σαλουνίκ(η), ρώτσαν του χαντζή πού δα ίβρισκαν τουν καλόηρου που έφκιανιν τα ουρνιέκια κι αυτός τ’ς είπιν να πάν’ στου Μπιζιστέν(ι). Ρουτχιούντα δα φτάστι στ’ν Πόλ(η), τ’ς είπιν η αφιέντ’ς όταν τ’ς ξιπρουβουδούσιν... Κι αφνοί ρουτχιούντα έφτασαν στου Μπιζιστέν(ι) κι βρήκαν τουν καλόηρου... Αντραλίσκαν καμπόσου... καλά μα τουν βρήκαν... κι όλα γίνκαν μνιά χαρά...

Ήρθιν η Μιγάλ(η) Παρασκιβή κι έστρουσαν τουν Ιπιτάφιου... Στραφτουκουπούσιν η Χριστός μέσ’ του χρυσό κι τα μαργαρτάρια...
Μουσκουβουλούσιν η ικκλησιά απ’ του λιαλιάκ(ι), του ζαλκούμ(ι), τ’ς καλουγρίτσις κι τα μουσκουλούγδα... Όλ(η) η Βεργιά πέρασιν απ’ τουν Αγιάνν(η) για να δεί, να θαμάξ(ει) κι να προυσκνήσ(ει) τουν κινούργιου τουν Ιπιτάφιου... Οι πιτρόπ(οι) έτριβαν τα χέργια τ’ς γιατί έπισιν πουλύς παράς στ’ν ικκλησιά... Η παπα Δημήτρης διέν ήξιριν τι να φκιάσ(ει) απ’ τ’ χαρά τ’ κι απ’ τ’ν πιρηφάνεια τ’ που είχιν η ικκλησιά τ’ τουν καλύτιρου τουν Ιπιτάφιου...

Καλά μα η διάτανους έβαλιν του πουδάρι τ’... Όλα τα χρόνια τουν Ιπιτάφιου τουν τριουρνούσαν γύρου απ’ τ’ν ικκλησιά. Απού ιπέρσ(ι) χίρσαν να τουν τριουρνούν σ’ όλ(η) τ’ν ινουρία... Τ’ μνιά τ’ χρουνιά είπαν δα τουν τριουρνούσαν απού δέξα στ’ς μαχαλάδις κι τ’ν άλλ(η) τ’ χρουνιά απού ζέρβα, για να μην έχ(ει) κανιένας παράπουνου... Ιπέρσ(ι) τουν πέρασαν απού δέξα, που ήταν κι του σπίτ(ι) τ’ Κατνά. Ιφέτου δα τουν πιρνούσαν απού ζέρβα που ήταν του σπίτ(ι) τ’ Παπανιό. Ιπέρσ(ι) ήταν η αλάϊα τ’ Κατνά... Ιφέτου ήταν η αλάϊα τ’ Παπανιό... 
Κόντιβιν να βραδιάσ(ει) όταν έβγαλαν τουν Ιπιτάφιου να τουν τριουρίσουν... Καλά μα η αφιέντ’ς αστόησιν πως ήταν η αλάϊα τ’ Παπανιό κι τράφξιν δέξα... Η Παπανιός είχιν απουμείνει παραπίσου για να σκώσ(ει) του κουβούκλιου απ’ τ’ μέσ(η) κι ώσπου να πάρ(ει) χαμπάρ(ι) τι γίνκιν... η αφιέντ’ς είχιν τραβήξ(ει) πουλύ. Πλάλξιν αγλήγουρα κι φώναξιν... αφιέντ(η)... αφιέντ(η)... η θκιά μ’η αλάϊα είνι... γύρνα πίσου... γύρνα πίσου... Τότις η αφιέντ’ς κατάλαβιν του λάθους... καλά μα τι να φκιάσ(ει);... πώς να τραβήξ(ει) μπρουστά, αφού ήταν η αλάϊα τ’ Παπανιό;... Να γυρίσ(ει) τ’ς ουπίσ’ διέ γένουνταν... Πού ακούσκιν Ιπιτάφιους να πααίν(ει) τ’ς ουπίσ’. Η Κατνάς τουν φώναζιν... αφιέντ(η)... τράβα μπρουστά... δα νυχτώσ(ει)... τράβα... Η Παπανιός σαν τ’ άκσιν θύμουσιν κι τουν φώναξιν... αφιέντ(η)... ισύ δα τα ούτσις μι τουν Κατνά, για τιαυτό τράφξις δέξα... αφού ξιέρ’ς πως είνι η θκιά μ’η αλαία... Κι πε ου ένας... πε ου άλλους... αρπακώθκαν... κι χώρσιν η Ινουρία σι δγυό μιργές... Τράβα ου ένας μπρουστά... γύρνα η άλλους τ’ς ουπίσ’... τράβα ου ένας τουν Ιπιτάφιου... τράβα η άλλους τουν Ιπιτάφιου... τουν ξέσκσαν... κι χύθκαν καταή όλα τα μαργαριτάρια...

Φουβήθκαν η κόσμους τ’ν αμαρτία... κι έφυγαν πλαλούντα στα σπίτχια τ’ς... έτριμαν... διέν ήξιραν τι να φκιάσουν... χίρσαν να θυμνιατίζουν για να μη τ’ς βρεί του κακό... Δεν απόμνιν σι κείνου τουν τόπου κανιένας... μούγκι η παπα Δημήτρης, που είχιν γίν(ει) κίτρινους σαν πιθαμένους, η Κατνάς, η Παπανιός, η καντηλανάφτ’ς κι κανα δγυό παππούδις... Θέλ(ει) να πουν πως ήταν κ’ η Τσιαούσουλους... Είχιν φκιάσ(ει) πουλλές αμαρτίις κι γι' αυτό όπ(ου) άκουγιν πιθαμένουν τουν συνόδιβιν για να σχουρθεί... Στέκουνταν όλνοι κι τηργιούνταν σα χαζοί... διέν ήξιραν τι να φκιάσουν... είχαν παγώσ(ει)...

Τότις η αφιέντ’ς σιέφκιν στ’ν ικκλησιά, πήριν του κισμιρένιου του σιντόν(ι), που του είχιν χαρίσ(ει) η Τσιουπιλούδα για να του στρώσουν στου κουβούκλιου που δα άπλουναν τουν Ιπιτάφιου, είπιν τουν Κατνά κι τουν Παπανιό να του τσακώσουν απ’ τ’ς κόχις, μι δάκρα στα μάτχια προυσκύντσιν τουν Ιπιτάφιου, τουν σήκουσιν απού κάτ’, τουν έβαλιν απάν’ στου σιντόν(ι) κι τράφξαν για τ’ν ικκλησιά... Μπρουστά πάηνιν η αφιέντ’ς μι τ’ λαμπάδα κι του θυμνιατό κι απού πίσου έρχουνταν οι παππούδις που είχαν απουμείν(ει) για να συνουδέψουν τουν Ιπιτάφιου... Σα σιέφκαν στ’ν ικκλησιά τουν άπλουσαν στου κουβούκλιου κι σα γουνάτσαν, δε σήκουσαν του κιφάλι τ’ς ως του προυΐ... Η αφιέντ’ς πάινιν γυρνούσιν στου Ιερό... διάβαζιν... διάβαζιν... θυμνιάτζιν... έβγινιν στ’ Αγια Θόρια, ίλιγιν καμνιά ιφκή... κι οι αλνοί απ’ όξου ίλιγαν αμήν... Καλά που ήταν η καντηλανάφτ’ς κι λίγου ψάλτ’ς ... ανέφκιν στου ψαλτήρ(ι), διάβαζιν κι αυτός για να ξιαπουστάσ(ει) καμπόσου κι η δόλιους η αφιέντ’ς...

Άμα ξημέρουσιν, η Κατνάς κ’ η Παπανιός πήγαν στου Δισπότ(η) κι έπισαν σι «ήμαρτουν»... Η Δισπότ’ς διέν ήθιλιν να τ’ς ιδεί στα μάτχια τ’, καλά μα σιέφκιν η αφιέντ’ς κι τουν είπιν: Άγι’ Δέσπουτα, σχώρνα τους... είνι καλοί Χριστχιανοί κι καλοί νοικουκυροί... Αφνοί πλάλξαν για να φκιάσουν τουν Ιπιτάφιου... καλά μα ήταν η κακιά η ώρα... έβαλίν η διάτανους του πουδάρι, τ’... σχώρνα τους... Κ’ η Δισπότ’ς τ’ς έρξιν «βαρύν κάνουναν» για να σχουρθούν...

Ξημέρουνιν του Μιγάλου του Σαββάτου κι κανένας νοικουκύρ’ς διέν έσφαξιν τ’ αρνί τ’... φουβούνταν να δεί αίμα... Έβαναν μι του νου τ’ς του Χριστό ξισκιζμένου κι έτσ’ πως ήταν του ατλάζ(ι) κόκκινου τ’ς φάνκιν σα ματουμένου... Αλνοί είπαν πως τα μαργαριτάρια όταν χύθκαν γίνκαν δάκρα... Όλ(η) η Βεργιά έβαξιν για του κακό που γίνκιν... Πάϊναν οι γνιαίκις στουν τόπου που έπισιν η Χριστός κι άναβαν κηριά... Φουβούνταν να διαπιράσουν ικείνου του μέρους κι πάϊναν απού τριούρ(ι). Για να φύγ(ει) η φόβους απ’ τουν κόσμου κατέφκιν η Δισπότ’ς στουν Αγιάνν(η) κι έφκιασιν του «Χριστός Ανέστη» σι κείνουν τουν τόπου... Πρώτους τουν διαπέρασιν αυτός κι τ’ς είπιν: Τώρα διαπιράστι κι μη φουβάστι... η Χριστός αναστήθκιν... σχουρέθκιν η αμαρτία... Τουν διαπέρασιν η αφιέντ’ς, αφού είπιν πρώτα του Χριστός Ανέστη κι φίλτσιν του χέρ(ι) τ’ Δισπότ(η)... Ένας - ένας ίλιγαν Χριστός Ανέστη, διαπιρνούσαν τουν τόπου, φιλούσαν του χέρ(ι) τ’ Δισπότ(η) κι αυτός τ’ς ίλιγιν, Αληθώς Ανέστη κι σ’ έτη πουλλά...

Άμα πέρασιν η Πασκαλιά, η κυρά Φουτέν(η) μι βαργιά καρδιά ξαναπήριν τουν Ιπιτάφιου κι έβαλιν όλα τα δυνατά τ’ς για να τουν φκιάσ(ει) όπους ήταν... Μούνκι η φουτουστέφανους είχιν τώρα μνιά σειρά μαργαριτάρια που τ’ς τα είχιν δώσ(ει) η Κατνού κ’ η Παπανιούδα...

Κι όσου συλλουίούνταν η κυρά Φουτέν(η) πως είχιν τουν Κατνά γαμπρόν στ’ν αγγουνή τ’ς, διέν του χουρούσιν η νου τ’ς...

Οι μανιές που αδουκιούνταν όλα όσα γίνκαν κι τα είδαν μι τα μάτια τ’ς, τα ίλιγαν στ’ αγγόνια τ’ς... κι αυτά πάϊναν τ’ Μιγάλ(η) Παρασκιβή στουν Αγιάνν(η) για να φκιάσουν «μα» τουν καημένου του Χριστό, που οι ανθρώποι τουν ξέσκσαν... τουν έρριξαν καταή... τουν άφκαν μαναχό τ’... έφυγαν... κ’ ύστιρα τουν παρακαλούσαν κλαίουντα να τ’ς σχουρέσ(ει)... Κόσμους είνι αυτός... Ντουνιάς ψεύκους που λιέν... Ισύ δα τουν μάθ’ς τιρμπιέν;


Από τις "Βεργιώτικες Ιστορίες και Παραμύθια" της Βούλας Χατζίκου

Διαβάστε περισσότερα...

Ένας μεγάλος Έλλην καλλιτέχνης της Αναγεννήσεως, ο Δομένικος Θεοτοκόπουλος (Ελ – Γκρέκο)

Η Κρήτη μετά την άλωσιν της Κωνσταντινου­πόλεως και την διάλυσιν του Βυζαντινού κράτους έγινε το καταφύγιον της Βυζαντινής και ελληνικής τέχνης. Ή Βενετία, ή γαληνοτάτη Δημοκρα­τία, παρείχεν ασφαλές και ελεύθερον στήριγμα εις το σκορπιζόμενον έθνος. Πολλοί από τους αν­θρώπους των γραμμάτων και τεχνών κατέφυγον εις την Ιταλίαν όπου και προ της διαρροής ακόμη, πρόδρομοι τούτων, ιδίως εις τα Β.Α. της ιταλικής χερσονήσου, εξήσκησαν ευεργετικήν αφύπνισιν εις την ιταλικήν τέχνην.

Εις την Κρήτην εγεννήθη σχολή αγιογραφίας, τόσον ιδιοτύπου, ώστε ο συγγραφεύς της Ερμη­νείας των ζωγράφων, ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά (1458), διδάσκει «πώς να δουλεύης Κρητικά».

jesusmaryΑντιπρόσωποι της Κρητικής σχολής διεκρίθησαν πολλοί εις την Ιταλίαν, ιδίως εις την Βενε­τίαν, όπου πολυπληθής και πλουσία Βυζαντινή αποικία εξήσκει βιοτεχνίαν και τέχνας, όπως την Αγιογραφίαν, την υελουργίαν, την Μωσαϊκήν τέ­χνην, την αργυροχρυσοχοΐαν και άλλας μικροτε­χνίας.

Εκτός των εγκατεστημένων τούτων Ελλήνων εις την Ιταλίαν πλείστοι μετέβαινον, ιδίως εις Βενετίαν δια να σπουδάσουν τέχνας και επιστήμας και άλλοτε έμενον εκεί, άλλοτε επέστρεφον είς την Κρήτην ή την Ελλάδα, τιτλούχοι και υπάλληλοι της Βενετικής Δημοκρατίας ή απλοί αστοί.

Εκ των Ελλήνων τούτων της Κρήτης ήτο και ο Δομένικος Θεοτοκόπουλος. Δια την καταγωγήν του γνωρίζομεν μόνον ότι ήτο Κρης και υπερηφάνως υπέγραφεν ελληνικά το όνομά του και την καταγωγήν του εις τα έργα του: Δομένικος Θεο­τοκόπουλος Κρής μ’ εποίει. Δυστυχώς δεν γνωριζομεν τίποτε άλλο από την παιδικήν του ζωήν.

Ούτε ποία η οικογένειά του, ούτε ακριβώς πότε εγεννήθη, ούτε ακόμη αν έφυγε μικρός ή μεστός, ζωγράφος ή μαθητής.

Και βεβαίως αν γίνη έρευνα εις το κρητικόν αρχειοφυλάκιον, το σωζόμενον εις την Μαρκιανήν βιβλιοθήκην της Βενετίας, κάτι θα ευρεθή. Δεν γνωρίζω αν ό κ. Σπ. Θεοτόκης, ο Κερκυραίος αρχειοδίφης, εις τον όποιον το υπουργείον τον Εξωτερικών ανέθεσε των αναδίφησιν τον αρχείων τούτων εύρε τίποτε σχετικόν. Εγώ δοκιμάσας κά­ποτε, κατά την εις Βενετίαν διαμονήν μου να ανα­ζητήσω, δεν υπήρξα ευτυχής, ελλείψει χρόνου. Εξ άλλου η εν Ενετία υπηρεσία της ελληνικής παροικίας, εξιταλισθείσα δυστυχώς, ξηλοτύπως κρατεί μυστικά τα αρχεία της, ώστε ούτε από εκεί κατόρθωσα να μάθω τίποτε διά τον Θεοτοκόπουλον. Οπωσδήποτε γνωρίζομεν από περισωθείσαν επιστολήν του Ιουλίου Κλόβιο, του Κροάτου καλλιχέχνου, γραφείσαν κατά το 1570, προς τον Καρδινάλιον Φαρνέζε, ότι κατά την επο­χήν εκείνην ο Θεοτοκόπουλος ήτο ήδη ζωγρά­φος, μαθητής του Τισσιανού, ήτο παρεπίδημος εις την Ρώμην όπου διέμενε και ο Κλόβιο, και είχεν ήδη γνωρίσει την επιτυχίαν. Ο Κλόβιο, συνιστών εις τον Καρδινάλιον Φαρνέζε τον Θεοτοκόπουλον, «τον νέον Κρητικόν, μαθητήν τοϋ Τισσιανού, καλόν ζωγράφον», έγραφε: «Μεταξύ άλλων εζωγράφησε και την προσωπογραφίαν μου την οποίαν όλοι οι ζωγράφοι της Ρώμης εθαύμασαν». Διά τον Θεοτοκόπουλον εζήτει από τον Καρδινάλιον νά διατάξει τον οικονόμον του μεγά­ρου του, της διάσημου βίλλα Φαρνέζε, να του παραχώρηση ένα δωμάτιον δι’ ολίγον καιρόν, μέχρις ου τελειοποιηθεί εις την ζωγραφικήν.

analipsis marys

Η προσωπογραφία αύτη του Κλόβιο σώζεται εις το μουσείον της Νεαπόλεως και είναι αληθινόν αριστούργημα και δικαίως την εθαύμασαν όλοι οι ζωγράφοι της Ρώμης.

Τώρα γίνεται έρευνα μεγαλύτερα δια τα έργα του Θεοτοκοπούλου, ανευρίσκονται δε πολλά της νεανικής του ηλικίας, με την επίδρασιν του Τισσιανού. Τα εργα ταύτα απεδίδοντο εις τον Πάλμα τον πρεσβύτερον και τον Βασσάνο, διότι επλησίαζον πολύ την τεχνοτροπίαν των. Έκτοτε χάνομεν τα ίχνη του Θεοτοκοπούλου, φαίνεται όμως ότι έδρασεν αρκετά, και μία έρευνα λεπτολόγος θα ανεκάλυπτεν έργα του Θεοτοκοπούλου, απο­διδόμενα εις άλλους ζωγράφους. Το παρωνύμιον του Γκρέκο θα έλαβεν εις την Ιταλίαν, διότι όταν μετέβη εις την Ισπανίαν ήτο ήδη γνωστός ως Γκρέκο, και Γκρέκο παρέμεινε, με την ιταλικίκην λέξιν, ενώ αν ελάμβανεν εκεί το παρωνύμιον, θα ελέγετο Ελ Γκρίεχο, όπως ο Καταλάνος ζωγράφος και ποιητής, άλλα ελληνικής καταγωγής, Πέδρο Σεραφείμ επωνομάζετο Λο Γκρέχ.

Δεν γνωρίζομεν επίσης, αν ό Θεοτοκόπουλος μετέβη εις την Ισπανίαν εξ ίδιας πρωτοβουλίας, ή κληθείς από τον Φίλιππον τον II, όστις εκάλει Φλαμανδούς και Ιταλούς ζωγράφους δια να κοσμήσουν τας εκκλησίας του και τα στυγνά πα­λάτια του, τα οποία μετέχουν φυλακής και μονα­στηριού. Ίσως ηκολούθησε τον Κλόβιο, ο όποιος ήτο και εκείνος καλλιτέχνης, και ιδιαιτέρως, μικρογράφος, ο δε Φίλιππος είχεν ήδη βιβλία εζωγραφισμένα και μικρογραφίας του Κλόβιο. Ο Θεοτοκόπουλος εξέλεξεν ως κατοικίαν του το Τολέδο, την αρχαίαν πρωτεύουσαν της Καστιλλίας την έδραν του φιλέριδος Φιλίππου του II.

Από της πρώτης εμφανίσεώς του, ο ξένος ζω­γράφος κατέκτησε την ισπανικήν εκτίμησιν. Παρά τας αντιρρήσεις δοκισισόφων τεχνοκριτών, παρά τας δογματικάς παραβάσεις της θρησκείας, άγριας και φανατικής, υπηρετουμένης από την φοβεράν ιεράν εξέτασιν, παρά την αντιπάθειαν την οποίαν είχεν ως φαίνεται δια τον Γκρέκο ο Φίλιππος, ώστε να απόρριψη πίνακα του Γκρέκο, τήν περίφημον «Διανομήν των Ιματίων του Ιησού» και να προτιμήση άλλον επί του αυτού θέ­ματος, άψυχον και άτεχνον σύνθεσιν του Ρωμύλου Κιγκινάτου, Ιταλού ζωγράφου, ο Γκρέκο επεβλήθη. Εξετέλεσε πλήθος πινάκων και προ­σωπογραφιών, εφέρετο ιταμώς και υπερηφάνως προς τους άλλους, τα έργα του, έλεγεν, ότι δεν τα επώλει, διότι ήσαν ανεκτίμητα, αλλά τα έδι- δεν ως ενέχυρον και ελάμβανε χρήματα τα οποία ήτο πρόθυμος να επιστρέψει εις όποιον και οποτεδήποτε ήτο δυσαρεστημένος. Αι εκκλησίαι του Τολέδου είναι γεμάται από έργα του Γκρέκο. Δυ­στυχώς πολλά εκ τούτων έχουν αντικατασταθή δι’ αντιγράφων, των πρωτοτύπων πωληθέντων εις μουσεία και πινακοθήκας της Ευρώπης και Αμερικής.

Πολλοί σύγχρονοι του Θεοτοκόπουλου θέλουν να τον παρουσιάσουν ως φιλόνικον και υπερήφανον, σπάταλον και διασκεδάζοντα, αυτά δε όλα τα εξάγουν από μίαν δίκην η οποία έγινεν από τούς καλογήρους της Καθεδρικής Εκκλησίας του Τολέδου, οι οποίοι ηρνήθησαν να πληρώσουν ένα πίνακα εκ των ωραιότερων του Γκρέκο, «Το μαρτύριον του Αγίου Μαυρικίου και των στρα­τιωτών του». Προέβαλλον διαφόρους προφάσεις τεχνικάς, και δογματικάς ακόμη, αλλά η επιμονή του Γκρέκο ο οποίος κατέφυγε και εις δευτέραν διαιτησίαν, ενίκησε, και οι ισχυρογνώμονες καλόγηροι επλήρωσαν μεν, όχι όσα ήξιζεν όμως ο πίναξ, και σύμφωνα με την οικονομικήν κατάστασιν της εποχής εκείνης το αρκετά στρογγυλόν ποσόν των 350 δουκάτων, δηλαδή περί τα ήμισυ εκατομμύριον σημερινών δραχμών.

tafi orgazΌ Γκρέκο κατοικεί εις την Εβραϊκήν συνοι­κίαν του Τολέδου. Η οικία αύτη ανευρέθη εις ερείπια, αλλά πλούσιος Ισπανός την ανοικοδόμησεν, όσον εινε δυνατόν πιστά και θα γίνη μουσείον, όπερ θα αφιερωθή εις τον μεγάλον Έλ­ληνα ζωγράφον. Εις την οικίαν αυτήν κατοικεί με την οικογένειαν του, της οποίας έχομεν τας προσωπογραφίας εις ένα πίνακα. Εκεί ευρίσκομεν την ωραίαν του κόρην, η οποία εχρησίμευσεν, ως πρότυπον δια την Παναγίαν, και τον υιόν του Γεώργιον, τον όποιον βλέπομεν πολλάκις εις τα έργα του Γκρέκο ως νέον ακόλουθον, διττώς εις την ταφήν του Κόμητος Οργάζ, άλλο αριστούρ­γημα του Θεοτοκοπούλου. Εις την οικίαν αυτήν είχεν ο Γκρέκο το εργαστήριόν του συχναζόμενον από πολλούς μαθητάς τα ονόματα των οποίων μας εφύλαξεν η υστεροφημία. Το εργαστήριον τούτο συνέκειτο από δύο μεγάλα δωμάτια, ένα δια την γλυπτικήν και άλλο διά την ζωγραφικήν. Εις την αίθουσαν της ζωγραφικής ο Γκρέκο είχε τα προσχέδια 300 και πλέον έργων του, εις αυτό δε ειργάζετο καθημερινώς προσπαθών να απλοποιήσει την λεπτομερή και ευσυνείδητον σπουδήν, να απομακρύνη παν ότι δεν έβλαπτε την έκφρασιν και την ζωήν, προσπαθών να συγκεντρώσει την ψυχήν, άσπιλον και αγνήν των αγίων και των μαρτύρων, τους οποίους εγέννησεν η μεγαλοφυΐα του. Την απλότητα αυτήν την έφθανεν εις τα άκρα, τόσον, ώστε τα έργα του να φαίνωνται απλά προσχέδια αυθόρμητα και απηλλαγμένα από κάθε σχολαστικισμό.

Ό Γκρέκο είχεν υιόν τον Γεώργιον Μανουήλ Γκρέκο, καλλιτέχνην, ζωγράφον και αρχιτέκτονα, ο οποίος όμως απέθανεν νέος. Μεταξύ των έργων του ήσαν και τινές αντιγραφαί από τα έργα του πατρός του.

Ό Γκρέκο εκτός της ζωγραφικής, εξήσκει την αρχιτεκτονικήν και την γλυπτικήν. Έγραψε προ­σέτι και διά την ζωγραφικήν, αλλά τα χειρόγραφά του δεν ανευρέθησαν μέχρι σήμερον. Θα ήτο πο­λύτιμος αισθητική κληρονομιά αι σκέψεις του και αι ιδέαι διά την ζωγραφικήν, αν κρίνωμεν από μίαν μικράν σημείωσιν την οποίαν αφήκεν επί ενός πίνακός του και εις την οποίαν εξηγεί, πώς βλέπει μέσα εις το φώς τα σώματα και τα σχήματα τραβηγμένα και επιμήκη.

Εάν δεν γνωρίζωμεν το έτος της γεννήσεως του Γκρέκο, το οποίον κατά υπολογισμούς φαί­νεται ότι συμπίπτει μεταξύ του 1540 και 1550, γνωρίζομεν όμως το έτος του θανάτου του. Απέθανεν εις το Τολέδο, χωρίς να αφήση διαθήκην, κατά την σημείωσιν εις το εκκλησιαστικόν αρχείον του Αγίου Δομίνικου του Παλαιού, την 7 Απριλίου 1614 και ετάφη εις το παρεκκλήσιον του ανωτέρω μοναστηριού.

Στέφανος Ξενόπουλος

Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" 1 Μαρτίου 1926, 3-4.

Διαβάστε περισσότερα...

Το Ημερολόγιον της πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825 - 1826

Επικοινωνία - Όροι χρήσης

Επικοινωνία 

Διεύθυνση
Παύλου Μελά & Μπιζανίου Βέροια Τ.Κ 591 00
Τηλέφωνο  
2331078127 - 2331078100
Email: info@veriahistory.gr
Όροι Χρήσης
Ιστοσελίδας
 

Δήλωση προστασίας προσωπικών δεδομένων
  Σημείωμα 
Ο δικτυακός χώρος veriahistory.gr βρίσκεται σε περίοδο δοκιμαστικής λειτουργίας και υπόκειται σε συνεχόμενες λειτουργικές και δομικές αλλαγές καθώς και συνεχόμενη προσθήκη περιεχομένου