Σήμερον κρεμάται επί ξύλου - Η Σταύρωση μέσα από το Αναγνωστικό της Στ΄ Δημοτικού (1943)
- Κατηγορία Έντυπα και άλλα
- Σχολιάστε πρώτοι!
Συνεκινήθη και συνετρίβη κάθε χριστιανική καρδιά χθες το βράδυ εις τάς εκκλησίας. Και αυτοί ακόμη οι ψυχροί και αδιάφοροι εσύρθησαν έως εκεί από κάποιαν μυστηριώδη δύναμιν. «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ό εν ύδασι την γην κρεμάσας!»
Ο ιερεύς κρατεί τον Εσταυρωμένον εις τας χείρας του, απαγγέλλει τούς συγκινητικούς ύμνους και κλαίει από συγκίνησιν. Δάσος ολόκληρον χριστιανικών χειρών εκινήθησαν, δια να κάμουν το σημείον του σταυρού και χιλιάδες οφθαλμών έβούρκωσαν.
Μέσα εις την γενικήν συγκίνησιν, τα μυρωμένα σύννεφα τού μοσχολιβάνου, ό ίερεύς προχωρεί βραδέως.
«Στέφανον εξ άκανθών περιτίθεται ο των αγγέλων βασιλεύς...»
Οι χριστιανοί με την φαντασίαν των έρχονται εις την Ιερουσαλήμ και παρακολουθούν το δράμα των Παθών. Φθάνουν εις το Πραιτώριον και βλέπουν τον Χρίστον εις το λιθόστρωτον ενδεδυμένον την κοκκίνην χλαμύδα, στεφανωμένον με τον ακάνθινον στέφανον και διάβροχο ν από τον ιδρώτα της αγωνίας.
Τον βλέπουν εξηντλημένον από την ολονύχτιον δίκην ενώπιον τοΰ Συνεδρίου εις την αυλήν του Καϊάφα. Τόν βλέπουν να δέχεται τούς εμπτυσμούς και τούς κολαφισμούς του εξηγριωμένου όχλου.
’Ώ! πώς φωνάζει αυτός ό λαός! Οι χριστιανοί θέλουν να τούς παρακαλέσουν να μη φέρωνται με τόσην σκληρότητα προς τον Χριστόν. Θέλουν να υπενθυμίσουν τάς απείρους ευεργεσίας του και την θείαν διδασκαλίαν του. Αλλ’ αυτοί φωνάζουν προς τον Πιλάτον: -Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν!
Και ό Πιλάτος νίπτει τας χείρας του με υποκρισίαν και παραδίδει εις αυτούς τον Χριστόν, δια να τον σταυρώσουν. Φορτώνουν εις τούς ώμους του τον σταυρόν και με ύβρεις και εμπτυσμούς τον οδηγούν εις τον Γολγοθαν. Και καρφώνουν τας χείρας του και τούς πόδας του επί του Σταυρού. Άφωνος υπομένει τα πάντα ο Κύριος και από πλημμύραν αγάπης προς τους σταυρωτάς του αναφωνεί: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι!»

Μαζί με τον Ιησούν εσταυρώθησαν και δύο λησταί. Ό υιός του Θεού εν μέσω δύο ανόμων! Ό εις έχει την κακίαν του όχλου και υβρίζει τον Κύριον μαζί με τούς στρατιώτας των Ρωμαίων και τους υπηρέτας των Φαρισαίων. Ευτυχώς ό άλλος μαζί με τον ιδικόν του πόνον έχει και τον πόνον του Χριστού. Και σκέπτεται: «Τί έκαμεν ό καλός αυτός άνθρωπος και τον εσταύρωσαν; Από το στόμα του μόνον γλυκείς λόγοι εξήλθον. Κακόν εις κανένα δεν έκαμεν. Ευεργεσίας μόνον εσκόρπισε γύρω του.» Και επιπλήττει τον άλλον ληστήν λέγων: «Και ημείς μέν δίκαια πάσχομεν αυτός δε τί κακόν εποίησε;»- «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.» Και ο Χριστός του ήνοιξεν αμέσως τον Παράδεισον.
Όταν αναγινώσκεται το Ευαγγέλιον και ακούεται ο λόγος αυτός του ληστού, χιλιάδες χειλέων τον επαναλαμβάνουν.
«Λόγχη εκεντήθη ο υιός της Παρθένου.» Και νεκρός πλέον έπι του Σταυρού βασανίζεται. Αλλ’ από τον θάνατον Εκείνου ανέβλυσε πηγή ζωής αιωνίας. Από την πηγήν αι πληγωμέναι καρδίαι λαμβάνουν τα αληθινά φάρμακα, δια να θεραπευθούν. Με αυτά οι νεκροί ανίστανται και οι αμαρτωλοί εισέρχονται εις τον Παράδεισον.
Ποιός λοιπόν από τους Χριστιανούς δεν θα γονατίση ενώπιον του Εσταυρωμένου και δεν θα αναφωνήση με λαχτάραν: «Προσκυνούμεν Σου τα Πάθη, Χριστέ! Δείξον ημίν και την ένδοξον Σου Ανάστασιν!
Αντιπρόσωποι της Κρητικής σχολής διεκρίθησαν πολλοί εις την Ιταλίαν, ιδίως εις την Βενετίαν, όπου πολυπληθής και πλουσία Βυζαντινή αποικία εξήσκει βιοτεχνίαν και τέχνας, όπως την Αγιογραφίαν, την υελουργίαν, την Μωσαϊκήν τέχνην, την αργυροχρυσοχοΐαν και άλλας μικροτεχνίας.
Ό Γκρέκο κατοικεί εις την Εβραϊκήν συνοικίαν του Τολέδου. Η οικία αύτη ανευρέθη εις ερείπια, αλλά πλούσιος Ισπανός την ανοικοδόμησεν, όσον εινε δυνατόν πιστά και θα γίνη μουσείον, όπερ θα αφιερωθή εις τον μεγάλον Έλληνα ζωγράφον. Εις την οικίαν αυτήν κατοικεί με την οικογένειαν του, της οποίας έχομεν τας προσωπογραφίας εις ένα πίνακα. Εκεί ευρίσκομεν την ωραίαν του κόρην, η οποία εχρησίμευσεν, ως πρότυπον δια την Παναγίαν, και τον υιόν του Γεώργιον, τον όποιον βλέπομεν πολλάκις εις τα έργα του Γκρέκο ως νέον ακόλουθον, διττώς εις την ταφήν του Κόμητος Οργάζ, άλλο αριστούργημα του Θεοτοκοπούλου. Εις την οικίαν αυτήν είχεν ο Γκρέκο το εργαστήριόν του συχναζόμενον από πολλούς μαθητάς τα ονόματα των οποίων μας εφύλαξεν η υστεροφημία. Το εργαστήριον τούτο συνέκειτο από δύο μεγάλα δωμάτια, ένα δια την γλυπτικήν και άλλο διά την ζωγραφικήν. Εις την αίθουσαν της ζωγραφικής ο Γκρέκο είχε τα προσχέδια 300 και πλέον έργων του, εις αυτό δε ειργάζετο καθημερινώς προσπαθών να απλοποιήσει την λεπτομερή και ευσυνείδητον σπουδήν, να απομακρύνη παν ότι δεν έβλαπτε την έκφρασιν και την ζωήν, προσπαθών να συγκεντρώσει την ψυχήν, άσπιλον και αγνήν των αγίων και των μαρτύρων, τους οποίους εγέννησεν η μεγαλοφυΐα του. Την απλότητα αυτήν την έφθανεν εις τα άκρα, τόσον, ώστε τα έργα του να φαίνωνται απλά προσχέδια αυθόρμητα και απηλλαγμένα από κάθε σχολαστικισμό.