Deprecated: Non-static method JApplicationSite::getMenu() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /www/web/veriahistory_gr/templates/gk_cloudhost/lib/framework/helper.layout.php on line 149

Deprecated: Non-static method JApplicationCms::getMenu() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /www/web/veriahistory_gr/libraries/cms/application/site.php on line 266
Μανώλης Ξυνάδας

Μανώλης Ξυνάδας

Άγιος Βασίλης

Άγιε μου Βασίλη,
τραγουδούν τά χείλη,
να καλωσορίσης στα καλά παιδιά,
που σε περιμένουν μ’ ανοιχτή καρδιά.

Μέσα στη σακούλα θα τα φέρης ούλα
μήλα και σταφίδες, πίττες πιο γλυκές,
κούκλες, παιγνιδάκια και πολλές ευχές.

Τ’ άσπρα σου τά γένια μοιάζουν ασημένια.
Φόρεσε την κάπα κι είναι παγωνιά,
κι έλα με τα δώρα, με καλή χρονιά.

Διαβάστε περισσότερα...

Χριστός γεννάται, δοξάσατε

 

Χριστός γεννάται, δοξάσατε

 

Η μανιά η μπάμπου άκσιν τα ουρνίθια που χαλούσαν κι σκώθκιν πουγάλια - πουγάλια απ’ τ’ γουνιά τ’ς. Όπ’ να ’νι δα βγουν τα μαστουρόπλα για τα κόλιντα, μουρμούρσιν κι σιέφκιν στου παρακέλ(ι). Γιόμουσιν ένα τρανό λιγκέρ(ι) μι κόλιντα, σύκα, σταφίδις, ξυλουκέρατα, καρύδγια, μύγδαλα, τσίντσφα κι του έβαλιν απάν’ στου τικλίζ(ι). Ύστρα έκατσιν πάλι στ γουνιά τ’ς κι μι του τσιμπίδ(ι) χίρσιν να σιμπάει τ’ φουτχιά, για να τσιατίσ(ει) του κούτσουρου. Η φέξ(η) απ’ τ’ γκαζόλαμπα είχιν κατιβεί. Πότι - πότι έσταζιν κανιένα λουκάνκου που κριέμουνταν στου τζιάκ(ι), μπουμπούτζιν η φουτχιά κι φιγκουλουγούσιν η νουντάς απ’ τ’ν μπουμπουρούτα...(*). Ζύουνιν η χαραή.

Τρανή αρχόντσα η μανιά η μπάμπου. Είχιν όλα τα καλά. Πουλύ βγιό, πουλύ τα'ιφάν. Πιδγιά, κουρίτσια, νύφις, αγγόνια, παραγγόνια... όλ(η) τ’ μιέρα έβαζιν του σπίτ(ι). Καλά μα τώρα όλνοι κοιμούνταν. Η μανιά διέν ήθιλιν κανιέναν σμά τ’ς αυτήν τ’ν αβραδιά. Ήθιλιν να φκιάσ(ει) τ’ αντέτχια μαναχιά τς. Κάθι χρόνουν αυτή άναβιν του κού­τσουρου στου τζιάκ(ι) κι του φύλαγιν ώσπου να καεί ντιπ κι ντιπ. Αυτή μοίραζιν τα κόλιντα στα μαστουρόπλα κι στ’ αγγόνια τ’ς κ’ ύστιρα, άμα βαρούσιν η σήμαντρους, νιμέν(η) κι αλλαγμέν(η), πάϊνιν στ’ν ικκλησιά. Όλα τα γράμματα τα ήξιριν απ' όξου. Μιταλάβνισκιν, έπιρνιν αντίδιρου κι γυρνούσιν στου σπίτ(ι). Τ’ φλούσαν όλνοι του χιέρ(ι), ίπινιν ψίχα κρασί, κατά πως ήταν τ’ αντέτ(ι), ίπινιν τουν κάιβέ τ’ς, προυέβουνταν κι ύστρα πάϊνιν στου γιατάκι τ’ς κι... τουν έπιρνιν...

(…) Τα κόλιντα μιταλάβνισκιν η μανιά κι τα Χριστούγιννα όλ(η) η φαμπλιά. Ίσια μι τ’ν ώρα είχαν μπιτίσ(ει) όλα τα χουζμέτχια. Οι δούλις έλουσαν τα μούτσιανα κι τα έβαλαν να κοιμθούν. Του σπίτ(ι) μουσκουβουλούσιν απ’ τ’ν παστράδα. Όλνοι οι νουντάδις στρουμέν(οι) μι κιτσέδις. Οι γύρ(οι) κι τα σιντόνια στα τικλίζια κριτσνούσαν καλουπλυμένα κι λουλακιαζμένα. Στα τζιάκια παρδαλά τζιακλίκια, στα γκιλιβιά αραδγιασμένα τα ρόιδα κι τα κδώνια. Οι μσάντρις όλου ζουγραφχιές. Στουν καλό του νουντά κι στου τζιαμακιάν(ι), που ήταν στρουμένα μι πέφκ(η), στραφτουκουπούσαν τα μαγκάλια απού τόντσ(ι). Στου κάτ’ ανώι, που ήταν του τρανό του μαγειργειό, απάν’ στ’ς φιγούδις, έβραζαν οι τιντζιρέδις μι τ’ς σαρμάδις κι τα πιτνάργια για του ζμί. Οι μπακλαβάδις κι τα σαραϊλιά ρουφούσαν του σιρόπ(ι). Του μισίρκου μι του ρύζ(ι), τ’ς σταφίδις κι τα κάστανα, ρόδζιν στου φούρνου... Η μανιά, που ήταν μιταδουμέν(η), τα γιόβουνταν να δεί αν ήταν στουν κιριμέτ’ τα...
Ζύουνιν να φέξ(ει). Ξημέρουναν Χριστούγιννα. Η σήμαντρους βαρούσιν... τάγκα - τάγκα - τάγκα... να ξυπνήσουν οι Χριστχιανοί, για να πάν ταχύ - ταχύ στ’ ν ικκλησιά ν ακούσουν το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε...».

Όλνοι στου σπίτ(ι) τ'ς μανιάς τ’ς μπάμπους, αλλαγμέν(οι) μι τα λαμπρά τ’ς, καρτιρούσαν να τ’ς στείλ(ει) χαμπέρ(ι) η αφιέντ’ς για να κνήσουν... Οι μκρές οι νύφις είχαν βάλ(ει) τα χρυσά τα φουστάνια που δεύτιρα διέν είχιν η Βέργια... Η μνιά έβαλιν του γαλάζιου μι τα χρυ­σά τα άστρα. Η άλλ(η) έβαλιν του βαθύ του γαλάζιου μι τ’ ασμιένια τα ψάργια μ τα χρυσά τα κιφάλια. Η άλλ(η) έβαλιν του λαχανί μι τα χρυσά κι τ ασμιένια τα λουλούδγια. Τα μακρουλιέμπατα τ’ς ήταν χρυσουκιντημιένα α πού πάν’ ως κάτ’. Τα φακιόλια τ’ς όλου μαργαρτάρ(ι) σιχαντρίκ(ι). Έβαλαν καδένις, φλουργιά, μαργαρτάργια, αντισέδις, αλτσιδουπούλις, δαχλίδγια κι τσουράκια διαμαντένια... Στα πουδάργια τ’ς είχαν πουδήματα ως απάν’, άσπρα, μι δισίδγια που τ’ς τάφιραν οι πραματιφτάδις παραγγιλιά απ' του Βουκουρέστ(ι)...

Οι τρανιές οι νύφις τ’ς μπαμπούς, που τώρα ήταν κι αυτές μανιές μ’ αγγόνια, φουρούσαν τ' αντιργιά μι τ’ς χρυσές κι τ’ς ασμιένις τ’ς βίτσις. Τα σαρίκια τ’ς όλου φλουρί Βινέτκου. Οι τζιουμπέδις γουνιαζμέν(οι) όλου μήλου κι μάγλου. Οι άντρις μι τ’ αντιργιά τ’ς, μι τ’ς τζιουμπέδις τ’ς κι μι τα κόκκινα τα φέσια...

Άμα γιόμουσιν η κλησιά η αφιέντ’ς έστλιν τουν καντηλανάφτ(η) να φουνάξ(ει) τ’φαμπλιά τ’ς μανιάςτ’ς μπαμπούς... Μανιάααα...μανιά- αααα... άιντιστι... η αφιέντ’ς ισάς καρτιράει... για να βάλ(ει) βλουγητό. Κίντσαν για τ’ν ικκλησιά... Μπρουστά κι πίσου πάιναν δγυό δούλ(οι) μι τα φανάργια για να τ’ς φέγγουν. Πρώτα κίντσαν οι πιθιρές, ύστρα οι δούλις μι τα μούτσιανα, του κατόπ(ι) οι νύφις κι πίσου οι άντρις για να τ’ς φλάγουν απ’ τ’ς κλιέφτδις. Όλνοι στ’ν ικκλησιά τ’ς έφκιασαν τόπουν για να πιράσουν. Οι πιθιρές έκατσαν η κάθιμνιά στου θκό τ’ς του στασίδ(ι). Οι νύφις σμά τ’ς ουλόρθις, καμαρουτές - καμαρουτές, μι τα χιέργια τ’ς σταυρουμένα απάν’ στ’ς πουδγιές τ’ς κι τα μάτχια τ’ς κάτ’. Οι άντρις κι τα μούτσιανα κουντά στου ψαλτήρ(ι). Τα τρανήτιρα τα πδόπλα πήραν τα ξιφτέργια...κ’ η αφιέντ’ς... χίρσιν...

Μέσα οι ψαλτάδις έψιλναν το... «Χριστός γεννάται, δοξάσατε»... κι όξου η Θος τλούπις - τλούπις έρχνιν του χιόν(ι)... Ότ,(ι) χράζου- νταν... Χριστούγιννα μι χουρίς χιόν(ι) γιένιτι απ’ διέ γιένιτι;

Άμα μιτάλαβιν όλους η κόσμους κι πήριν αντίδιρου, τ’ς ιφκίθκιν η αφιέντ’ς «σ’ έτη πουλλά» κι χίρσαν ένας - ένας να βγαίνουν απ’ τ’ν ικκλησιά, να παίρνουν τα σουκάκια κι απού κάτ’ απ' τα σιαχνισιά κι τ’ς αστριχές να πάίαίνουν στα σπίτχια τ’ς.

Όλ(η) η φαμπλιά τ’ς μανιάς τ’ς μπάμπους, είχιν μαζουχτεί στ’ ανώι. Τα μούτσιανα πήραν απού μνιά ματσούκα, χίρσαν να βαρούν τ’ν πόρ­τα τ’ς μανιάς κι να τραγδούν όλνοι μαζί, μκροί τρανοί...

Χριστούγιννα προυτούγιννα, τώρα Χριστός γιννιέτι.

Γιννιέτι κι βαφτίζιτι, στους ουρανούς επάνω.

Κόοοοολιντα μπάμπου...

Μέεεεεεελιντα μπάμπου, Χριστός γιννιέεεεεετι μπάμπου...

Άνξιν η μανιά του νουντά τ’ς, ένας - ένας σιέβιναν μέσα. Τ’ς φλούσιν η μανιά κι τ’ς δώρζιν. Τ’ς τρανιές τ’ς νύφις απού ένα πιντόλιρου... Τ’ς μκρές απού ένα τισσιράρ(ι). Τ’ς άντρις κι τ’ς δούλ(οι), απού μνιά λίρα. Τα πδόπλα απού ένα δίγρουσου κι τα κουρτσούδγια κι τ'ς δού- λις απού ένα μαμουντιέ, για να του βάλουν στ’ν μπουρλιά...

Όσου να βγάλουν οι μκρές οι νύφις τα χρυσά τα φουστάνια τ’ς κι να βάλουν τ’ς στόφις, οι αλνοί σιέφκαν στουν τρανό του νουντά για να φκιάσουν τ’ αντέτια, για να πχιούν του ζμί κι να προύιφτούν. Η μανιά άλλαξιν κι αυτή. Έβαλιν του κισμιριένιου του πκάμψου τ’ς, του χρυσό του αντιρί τ’ς, του σαρίκ(ι) μι τουν τιπέ όλου ψαρότσιφλου Κουσταντινάτου κι έκατσιν σταυρουπόδ(ι) απάν' στου τικλίζ(ι), στουν καλό του νουντά κι καρτιρούσιν τ’ς βίζιτις... Οι μικρότιρ(οι) πάϊναν στ’ς τρανίτιρ(οι). Σ' όλου του σόι η μανιά η μπάμπου ήταν τρανίτιρ(η). Πρώτους πήγιν η αφιέντ’ς για του «σ’ έτη πουλλά». Κ' ύστρα... κι αν διέν πήγαν...ζμπιθιροί.,.παραζμπιθιροί... τα σόϊα απ’ τ’ς νύφις... τα σόια απ’ τ’ς γαμπροί... Τούχαν τιμή να πάν’ στ’ μανιά να τ’ φλήσουν του χιέρ(ι) κι να θαμάξουν του χρυσό του αντιρί που σώθκιν απ' τα χρόνια τ’ς βασίλτσας τ’ς Βιργίνας... Έτσ(ι) τ’ άξιν η μανιά απ' τ’ν παραμανιά τ’ς, έτσ(ι) μας τάφκιν, έτσ(ι) δα τ’ αφήκουμι κι μείς...

Οι δούλις στου μαγειργειό ιτοίμαζαν τ’ς δίσκ(οι). Οι μκρές οι νύφις κιρνούσαν τ’ς γνιαίκις στουν καλό του νουντά χ' οι τρανιές τ’ς άντρις στου τζιαμακιάν(ι)...

Η πρώτους η δίσκους είχιν λουκούμ(ι) τ’ς Σύρας, ρακί μιλτσάτ(η) κι καϊβέν. Η δεύτιρους η δίσκους, μι τ’ ασμιένα τα χλιάργια απάν’ στα πουτήργια μι του νιρό, είχιν τουν πιλτέ. Η τρίτους η δίσκους είχιν τουν μπακλαβά...

Όλου τιμή κι χαρές στου σπίτ(ι) τ’ς μανιάς τ’ς μπάμπους. Όλα τάπραξιν μι γνώσ(η)... Καλά μα...τόσου ήταν... Γιατί κατά πως λιέει κι του τραγούδ(ι):

Στα χίλια ουχτακόσια κι στα ιξήντα δγυό,

Αυγούστου δικα πέντι μέρα Παρασκιβή,

κάηκιν η Βέργια όλη κι όλου του τσιαρσί...

Τότις κάηκιν κι όλου του βγιό τ’ς μανιάς τ’ς μπαμπούς... Σπίτχια, μαγαζγιά, χάνια, τ’ αργαστήργια που έφκιαναν τα χαβλιά κι τα έστιλναν στ’ν Κουσταντινούπουλ(η) κι στου Βουκουρέστ(ι)... Κάηκαν τα φλουργιά... κάηκαν τα μαργαρτάργια... κάηκαν τ' αμανέτχια... Κάη­καν τα χρυσά τα φουστάνια... Κάηκιν κι του χρυσό του αντιρί, τ’ς Βιργίνας... Διέν τ’ς απόμνιν τίπουτας... Κόσμους κι ντουνιάς απόμνιν ντιπ στου ξιάστιρου....

Κι ήρθαν πάλι τα Χριστουγιννα... κι η Θος έρχνιν τλούπις - τλού- πις του χιόν(ι)... κι γιόμουσιν η κλησιά απού κόσμουν... Καλά μα τώρα... μούνγκι οι καντήλις στραφτουκουπούσαν... Οι δόλις οι γνιαίκις ήταν σα χήρις. Ούτι ένα φλουρί, ούτι ένα σπυρί μαργαρτάρ(ι), ούτι ένα διαμαντικά... Κι όταν η αφιέντ’ς τ’ς είπιν να γουνατίσουν όλνοι μαζί κι να παρακαλέσουν τουν Θο που γιννιούνταν να φέρ(ει) πάλι τ’ς καλές τ’ς μιέρις... τότις γίνκιν του θάμα... Η τρανή η καντή­λα μι τα δώδικα τα καντηλούδγια απού τριούρ(ι), που κρέμουνταν απ' τουν ουφαλό τ Παντουκράτουρα, ζύουνιν να σβήσ(ει) κι απέταξιν κάτ(ι) σκαλίθρις που κατά λαχτάρσαν όλνοι... κι σταυρουκουπήθκαν... Είδιτι; τ’ς είπιν η αφιέντ’ς. Ιά του θάμα... Η Θος μας άκσιν...

Άρξαν...καλά μα ήρθαν πάλι οι καλές οι μέρις. Ξαναέφκιασαν η κόσμους του βγιό τ’ς... κι ξαναπήγαν στ’ν ικκλησιά τα Χριστουγιννα οι Βιργιώτσις λαμπρουφουριμένις... μι τα φλουργιά τ’ς κι τα μαργαρτάρια τ’ς, μι τ’ς αντισέδις κι τα δγιαμαντικά τ’ς... για ν’ ακούσουν το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε...». Τάφκιασαν όλα απ’ τ’ν αρχή... Μούνγκι τα χρυσά τα φουστάνια κι του χρυσό του αντιρί τ’ς μανιάς τ’ς μπάμπους διέν μπόρισαν να τα ξαναφκιάσουν. Αυτά πάν’... χάθκαν... όσνοι τα είδαν, τα είδαν. Οι αλνοί τα γνώρσαν απού στόμα σι στόμα... Απ’ τι μένα κι απ’ τι σένα...
Η μανιά η μπάμπου έζησιν ικατόν δεκαπέντι χρόνια... Ήταν Χρι- στούγιννα... Πρόφτασιν, μιτάλαβιν τα κόλιντα... κι σχουρέθκιν τ’ν άλλ(η) τ’ μιέρα, ταχύ - ταχύ, τ’ν ώρα που η αφιέντ’ς έψιλνιν... το«Χρι­στός γεννάται, δοξάσατε...».

Θε σχουρέσ’ την...

Βούλα Χατζίκου

Απόσπασμα από την βεροιώτικη ιστορία της Βούλας Χατζίκου "Χριστός γενάται δοξάσατε", Βεροιώτικες Ιστορίες και Παραμύθια, Αθήνα, 2002, 19-23

Διαβάστε περισσότερα...

Χριστούγεννα στην παλιά Βέροια - Ήθη και έθιμα Χριστουγέννων

Χριστούγεννα στην παλιά Βέροια - Ήθη και έθιμα Χριστουγέννων

Η Βέροια ήταν γνωστή για την αστική της παράδοση, η οποία χαρακτήριζε όλους τους τομείς της οικονομικής, της κοινωνικής, της πολιτισμικής ζωής της. Αυτό ήταν και ένα στοιχείο που τη διαφοροποιούσε από τις γειτονικές πόλεις της ευρύτερης περιοχής. Η αστική παράδοση της Βέροιας, εκτός των άλλων, γίνεται αντιληπτή και από την πολιτισμικό παρελθόν της, τη μουσική, το χόρό, τα ήθη και τα έθιμά της.

Όπως σε διάφορες περιπτώσεις, έτσι και στη γιορτή των Χριστουγέννων οι Βεροιώτες γιόρταζαν οικογενειακά. Κύρια σημεία του εορτασμού αναδεικνύονται η προετοίμασία του σπιτιού, τα κόλιντα, ο εκκλησιασμός και το οικογενειακό τραπέζι με τα διάφορα φαγητά με βασικό συστατικό το σπιτικό κρέας.

Παρακάτω παρατίθεται απόσπασμα από άρθρο του κ. Γιώργου Καλογήρου αναφερόμενο στα ήθη και τα έθιμα των Χριστουγέννων.

giapriaki ksanthis

Τα Χριστούγεννα: Πολύ πριν από τα Χριστούγεννα όλα τα νοικοκυριά της Βέροιας, σε ειδικό χώρο της αυλής τους, είχαν και έτρεφαν ένα ή και δύο γουρούνια τα οποία, λίγο πριν απ' τις γιορτές κι αφού γίνονταν 100 περίπου οκάδες (125 κιλά), σφάζονταν στον ίδιο χώρο. Το λίπος (παστός) των χοιρινών το λιώναν οι νοικοκυρές σε καζάνια, με σιγανή φωτιά, κι αφού λαγάριζε, δηλαδή από θολό γινόταν λαμπερό, το μάζευαν σε δοχεία και το χρησιμοποιούσαν κυρίως για το μαγείρεμα φαγητών που τους πήγαινε τέτοιο λίπος (λαχανοσαρμάδες, κρεατόπιτες κ.λ.π.). Τα υπολείμματα του παστού από το λιώσιμό του, οι τσιγαρίδες, ήταν νοστιμότατες και περιζήτητος μεζές. Από το κρέας κρατιότανε όσο χρειάζονταν για τις γιορτές και το υπόλοιπο γίνονταν λουκάνικα ή καβουρμάς. Τα λουκάνικα, καπνισμένα στο τζάκι και κρεμασμένα σε σχοινιά, διατηρούνταν όλο το χειμώνα. Ο καβουρμάς, που ήταν κομμάτια κρέας ελαφρά καβουρντισμένα, διατηρούνταν επίσης όλο το χειμώνα μέσα σε δοχεία σκεπασμένα με χοιρινό λίπος.

img4 13

Τα κάλαντα: Τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα ακούγονταν την προπαραμονή της μεγάλης γιορτής από πολύ πρωί και πριν ξημερώσει. Τα παιδιά κρατώντας άστρο φωτεινό στηριγμένο σε κοντάρι ή φαναράκι, επίσης φωτισμένο, γύριζαν στα σπίτια ψάλλοντας "Χριστούγεννα Πρωτούγεννα τώρα Χριστός γεννιέτι" ή "Των Αγγέλων η χωρία" με επωδό "Κόλιντα μπάμπου, μέλιντα μπάμπου και Χριστός γεννιέτι μπάμπου".

Τα κόλιντα ήταν ξυλοκέρατα, σταφίδες, στραγάλια (μπι-μπλιά), ξηρά σύκα, κάστανα και άλλα παρόμοια είδη. Μερικοί έδιναν στα παιδιά, εκτός από κόλιντα, και χρήματα. Πόσα; Μία, μισή δραχμή ή και δεκάρες. Και ήταν τα τελευταία πανευτυχή γι' αυτό. Μετά τα κόλιντα οι πρωινοί χαρμόσυνοι προάγγελοι της γέννησης του Χριστού, έψαλλαν: "Σ' αυτό το σπίτι πού ρθαμε πέτρα να μην ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει". Αν κάποιος δεν έδινε τίποτα, πράγμα σπάνιο, "ο ψαλμός" άλλαζε ως εξής: "Σ' αυτό το σπίτι του ψιλό γιουμάτου καλιακούδια τα μ'σά γιννούν, τα μ'σά κλουσούν, τα μ'σά βγάζουν τα μάτια".

 

saragli megali polaroidΑνήμερα των Χριστουγέννων: Ανήμερα των Χριστουγέννων, πολύ πρωί, όλη η οικογένεια, με τα "καλά" ρούχα ντυμένη, πήγαινε στην Εκκλησία όπου και μεταλάβαινε ύστερα και από την 40ήμερη νηστεία που είχε προηγηθεί. Μετά την Εκκλησία για πρωϊνό είχε ετοιμαστεί σούπα (κοτόσουπα ή κρεατόσουπα), δηλαδή κάτι ελαφρύ για το στομάχι μετά την πολυήμερη νηστεία. Οι Βεροιώτικες οικογένειες το μεσημέρι της πρώτης μέρας των Χριστουγέννων είχαν στο γιορτινό τραπέζι απαραιτήτως λαχανοσαρμάδες και χοιρινές μπριζόλες ψημμένες στα κάρβουνα, ενώ για τη δεύτερη μέρα μαγειρευόταν το πρασάτο (χοιρινό με πράσα). Το κόκκινο σπιτικό κρασί δεν έλλειπε, φυσικά, από κανένα γεύμα των γιορτών. Τα γλυκά των Χριστουγέννων ήταν το γκανταίφι, ο μπακλαβάς και το σαραϊγλί. Όλα φτιάχνονταν στο σπίτι και ψήνονταν συνήθως στο μεγάλο μαγκάλι όπου τοποθετούνταν η πυροστιά (τριγωνικό σιδερένιο πλαίσιο με μικρά σιδερένια επίσης πόδια). Οταν στο ταψί ψήνονταν το γλυκό απ' τη μια μεριά το γυρίζανε για να ψηθεί κι απ' την άλλη. Μερικές νοικοκυρές κάνανε και παξιμαδαρές (ψωμί εφτάζυμο).

Γιώργος Καλογήρου

"Ήθη και έθιμα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς", Λάμδα, 17 (Δεκ. 2001), 12-16.

 
Διαβάστε περισσότερα...

Τα κέδρα της Φυτειάς

Το άναμμα των κέδρων τα μεσάνυχτα της 24ης Δεκεμβρίου αποτελεί ένα τοπικό έθιμο του οποίοι οι ρίζες χάνονται στο βάθος του χρόνου. Το έθιμο διατηρήθηκε από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα.

Παρακάτω παρατίθεται άρθρο της Έλσας Φανάρα σχετικό με το έθιμο.

Με μια ζεστή αγκαλιά και με μια μεγάλη φωτιά υποδένονται το χαρούμενο μήνυμα, τη γέννηση του Θεανθρώπου, οι κάτοικοι της Φυτειάς. Ένα έθιμο που κρατάει εδώ και χρόνια και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Η συγκέντρωση των κέδρων και το άναμμα της φωτιάς αποτελουσε πάντα μια ιεροτε­λεστία. Από τις αρχές Νοεμβρίου οι κάτοικοι του χωρίου και συ­γκεκριμένα οι μαθητές, αγνοώντας το κρύο και τις άσχη­μες καιρικές συνθήκες συγκέντρωναν τα κέδρα για τη με­γάλη βραδιά: Την προπαραμονή των Χριστουγέννων. Σχεδόν κάθε Κυριακή, τον καιρό που ακόμη το σχολείο ή­ταν ανοιχτό (350 μαθητές είχε κάποτε το Δημοτικό της Φυτειάς) ανέβαιναν τις πλαγιές προς τη Μαρουσια για να κόψουν κέδρα, προσέχοντας κάθε χρόνο να κόβουν από διαφορετικά σημεία.

Οι μέρες κυλούσαν όμορφα και η προετοιμασία συνεχιζό­ταν κανονικά, ώσπου έφτανε η εβδομάδα πριν τα Χρι­στούγεννα και τότε τα παιδιά κουβαλούσαν στην πλατεί­α τα κέδρα που είχαν συγκεντρώσει. Τότε, παλιά, προπα­ραμονή, όσα παιδιά του χωριού πήγαιναν σχολείο, έφτια­χναν ένα μεγάλο αστέρι που το τοποθετούσαν πάνω σ' έ­να ξύλο μ' ένα κερί επάνω και με οδηγό το φως του κε­ριού, έβγαιναν να ψάλλουν τα κάλαντα και να μεταφέ­ρουν το θείο μήνυμα από σπίτι σε σπίτι."Κόλιντα, κόλιντα και Χριστός γεννιέται..."

Οι παρέες συναντιόταν στα σοκάκια και τα στενά δρομά­κια του χωριού, δίνοντας ραντεβού το βράδυ στην πλα­τεία. Τα σακουλάκια γέμιζαν από φιλοδωρήματα με ξυλοκέρα­τα, ξερά δαμάσκηνα, σύκα και λίγα κέρματα που έμπαι­ναν στον κοινό κουμπαρά για το σχολείο του χωριού.Τα κόλιντα σταματούσαν λίγο πριν τις 12 το βράδυ. Ηταν η ώρα που μικροί και μεγάλοι συνέχιζαν τη γιορτή στη πλατεία του χωριού, εκεί όπου είχε στηθεί ένα μεγάλο βουνό από κέδρα, έτοιμο να παραδοθεί στις φλόγες για την υποδοχή του Χριστού που θα γεννιόταν την επόμενη νύχτα, για να ζεσταθεί το νεογέννητο θείο βρέφος. Το "πυρ" πάντα το έδινε ο πρόεδρος του χωριού ή οι δάσκα­λοι και στη συνέχεια όλο το βράδυ οι κάτοικοι τραγουδού­σαν χριστουγεννιάτικα τραγούδια, πίνοντας ρακί και κόκ­κινο κρασί.

Το ξημέρωμα έβρισκε όλους έξω στην πλατεία του χω­ριού. Μόλις έσβηνε και το τελευταίο τσάκνο τότε όλοι γύ­ριζαν στα σπίτια τους για τις τελευταίες Χριστουγεννιάτι­κες προετοιμασίες.

Ξημερώματα, ανήμερα της μεγάλης γιορτής, τα δρομάκια γέμιζαν από κόσμο που πήγαινε στην εκκλησία. Το τραπέζι της πρώτης μέρας στρωνόταν λίγο πιο νωρίς από το μεσημέρι. Το γουρουνάκι, ψητό ή τηγανητό και το κόκκινο κρασί έχουν την τιμητική τους αυτές τις μέρες.

Το κάψιμο των κέδρων αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα ξεχωριστό έθιμο που γί­νεται κάθε χρόνο στη Φυτειά και δεν εί­ναι λίγοι εκείνοι που επισκέπτονται την προπαραμονή το χωριό για να ζήσουν τη ξεχωριστή εμπειρία του εθίμου.

Ακόμη και όταν οι καιρικές συνθήκες δεν είναι και τόσο καλές τα κέδρα θα ανάψουν στη Φυτειά. Είναι μια υπόσχεση που έχουν δώσει οι κά­τοικοι του χωριού στους παλιότερους. Είναι η κληρονομιά που έχουν αφήσει οι παλιότερες γε­νιές και πρέπει να τη διαφυλάξουν και να τη συνεχίσουν οι ερχόμενες. Είναι η ιστορία του τό­που τους.

Έλσα Φανάρα

"Κόλιντα κόλιντα ... και Χριστός γεννιέται ... γεννιέται και ζεστένεται απ' τη φωτιά των κέδρων", Λάμδα, Δεκέμβριος 2002, 6-10

Διαβάστε περισσότερα...

Επικοινωνία - Όροι χρήσης

Επικοινωνία 

Διεύθυνση
Παύλου Μελά & Μπιζανίου Βέροια Τ.Κ 591 00
Τηλέφωνο  
2331078127 - 2331078100
Email: info@veriahistory.gr
Όροι Χρήσης
Ιστοσελίδας
 

Δήλωση προστασίας προσωπικών δεδομένων
  Σημείωμα 
Ο δικτυακός χώρος veriahistory.gr βρίσκεται σε περίοδο δοκιμαστικής λειτουργίας και υπόκειται σε συνεχόμενες λειτουργικές και δομικές αλλαγές καθώς και συνεχόμενη προσθήκη περιεχομένου